Σελίδες

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015

Η ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ-Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ


ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΙΚΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

   Η γέννηση κοριτσιού δεν έφερνε χαρά. Αιτία ήταν ότι το κορίτσι δεν αποτελούσε άτομο ικανό για εργασία αλλά και γιατί θα υπήρχε και η υποχρέωση προίκας . Για τους φτωχούς πολυφαμελίτες ανθρώπους, το βάρος της προίκας ήταν πολύ μεγάλο. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο της εγκατάλειψης του κοριτσιού ή της εκμετάλλευσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νόμος επέτρεπε την πώληση παιδιού μετά τη γέννησή του, αλλά μόνο σε πολύ φτωχούς γονείς. Σκοπός της προίκας ήταν η συντήρηση των παιδιών. Γι αυτό κι όταν πέθαινε η γυναίκα η προίκα ανήκε στα παιδιά της. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σύζυγος, αν και διαχειριζόταν την προίκα ,δεν μπορούσε εύκολα να την σπαταλήσει. Η γυναίκα μάλιστα μπορούσε να προσφύγει σε δικαστήριο, αν έκρινε ότι ο άντρας της δεν διαχειριζόταν σωστά την προίκα της. Αν πάλι χήρευε η σύζυγος, τότε γινόταν αυτή διαχειριστής της περιουσίας του μακαρίτη και προστάτης των παιδιών. Με άλλα λόγια αναγνωριζόταν ως αρχηγός της οικογενείας, φτάνει να μην ξαναπαντρευόταν. Τα κορίτσια που δεν είχαν προίκα πήγαιναν σε μοναστήρι  καθώς δεν υπήρχε περίπτωση να παντρευτούν. Το μοναχικό βίο ακολουθούσαν και οι γυναίκες της μέσης και ανώτερης τάξης συνήθως μετά το θάνατο του άνδρα τους ή μετά από κάποια συμφορά. Τα κορίτσια  ετοιμάζονταν για το γάμο από την ηλικία  των  12 ή 13 ετών και τα αγόρια από τα 14 ή 15. Η αιτία που κρινόταν κατάλληλη για γάμο μια τόσο μικρή ηλικία ήταν η μεγάλη θνησιμότητα της εποχής. Οι γάμοι γινόταν με προξενιά και η μεσολάβηση της προξενήτρας γινόταν με αμοιβή. Τον πρώτο και τελευταίο λόγο τον είχε ο πατέρας . Αργότερα με τη νομοθεσία των Ισαύρων - στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν τη μητέρα και να ισχυροποιήσουν τους οικογενειακούς θεσμούς - απαιτείται η συγκατάθεση και των δύο γονέων για τη σύναψη γάμου. Όμως όταν οι Μακεδόνες ανήλθαν στην εξουσία επανέφεραν σε ισχύ την πατρική εξουσία στο θέμα του γάμου. Ο νόμος δεν επέτρεπε το γάμο για τα κορίτσια κάτω των δώδεκα και τα αγόρια κάτω των δεκατεσσάρων ετών. Πριν από το γάμο γινόταν ο αρραβώνας και υπογράφονταν τα συμβόλαια που καθόριζαν την προίκα που θα έδινε η νύφη και τα δώρα του γαμπρού. Μετά την τέλεση του μυστηρίου ακολουθούσε γλέντι στο σπίτι του γαμπρού. Παρά την αντίρρηση της εκκλησίας το κράτος επέτρεπε το διαζύγιο «κοινή συναινέσει».

Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ  ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ, ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ:

Η οικογένεια είναι αυτοδύναμη οντότητα, περιστοιχισμένη από ένα αόρατο τείχος που τη χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο. Οποιοσδήποτε δεν είναι στενά δεμένος μαζί της, έστω και φίλος, μπορεί, εισχωρώντας στον εσωτερικό αυτό κύκλο, να ξελογιάσει τις γυναίκες, να μάθει τα οικογενειακά μυστικά και γενικά να διαταράξει την οικογενειακή τάξη. Μια καλή σύζυγος, είναι η μισή ζωή, η υπόσχεση για μια καλή τύχη. Οι σύζυγοι πρέπει να είναι πιστοί και να αποφεύγουν τον δεύτερο γάμο όταν χηρεύουν. Η ανατροφή των παιδιών αντιμετωπίζεται επίσης με μεγάλη σοβαρότητα. Τα παιδιά οφείλουν να φοβούνται και να σέβονται τον αρχηγό της οικογένειας, αλλά αυτή η στάση πρέπει να είναι απόρροια καλής ανατροφής και όχι τιμωρίας και ξυλοδαρμού. Τα ανύπαντρα  κορίτσια δεν επιτρέπεται, βέβαια, να εκτίθενται στο βλέμμα των ανδρών που δεν είναι συγγενείς. Αυτός ο περιορισμός των γυναικών, συζύγων και θυγατέρων, προκύπτει έμμεσα και από άλλα κείμενα της εποχής.H Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι οι γυναίκες, όταν έβγαιναν στο δρόμο, κάλυπταν προσεκτικά το πρόσωπό τους.

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

Tο Βυζαντινό σπίτι  
   
                                                                               
  Το κέντρο του ιδιωτικού βίου των Βυζαντινών ήταν αναμφίβολα το σπίτι τους. Η μορφή των σπιτιών στο Βυζάντιο, που γνώρισε πολλές παραλλαγές, καθοριζόταν από την οικονομική κατάσταση του ιδιοκτήτη, τη μορφολογία του εδάφους και φυσικά τον διαθέσιμο κάθε φορά χώρο. Έτσι, υπήρχαν τόσο πολυτελείς επαύλεις όσο και φτωχικά σπίτια, ενώ διαφορετικά ήταν τα αστικά σπίτια από τα σπίτια στα χωριά. Το βυζαντινό σπίτι αποτελεί εξέλιξη και συνδυασμό αρχαίων ελληνικών, ρωμαϊκών και ανατολικών στοιχείων. Οι σχετικές μαρτυρίες που διαθέτουμε προέρχονται κυρίως από περιγραφές κειμένων, εικονογράφηση χειρογράφων και παραστάσεις μνημειακής ζωγραφικής, αλλά και από σπίτια που έχουν αποκαλυφθεί σε ανασκαφές.
Στις αρχαιότερες οικίες τα δωμάτια διατάσσονταν γύρω από μία εσωτερική αυλή με *
περιστύλιο . Το πιο επίσημο δωμάτιο, το *τρικλίνιο , χρησίμευε ως τραπεζαρία για τα συμπόσια και κατά κανόνα διέθετε αψίδα στη μια στενή πλευρά του, όπου τοποθετούνταν το τραπέζι και το *στιβάδιον . Τα δωμάτια ήταν μεγάλα και συχνά απλώνονταν ελεύθερα στον χώρο, ενώ έφεραν πολυτελή διακόσμηση με μάρμαρα, ψηφιδωτά δάπεδα και τοιχογραφίες . Η πολυτελής αυτή μορφή κατοικίας προοριζόταν φυσικά για την αριστοκρατία της εποχής. Υπήρχαν και φτωχότερες παραλλαγές της για τα μεσαία στρώματα, χωρίς εσωτερική αυλή ή με λιγότερα δωμάτια που είχαν πατημένο χώμα για δάπεδο και άβαφο σοβά στους τοίχους. Για τις κατώτερες τάξεις, στις οποίες ανήκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των πόλεων, τα σπίτια έμοιαζαν με πολυκατοικίες. Γραπτές πηγές αναφέρουν ότι στην *παλαιοχριστιανική  Κωνσταντινούπολη
 πολλοί κάτοικοι έμεναν σε πολυώροφα κτίρια, όπως αυτά, για παράδειγμα, που μνημονεύονται επί Θεοδοσίου με επτά και εννέα ορόφους.  Μετά τον 6ο αιώνα αρχίζει και διαμορφώνεται το τυπικό βυζαντινό σπίτι. Ειδικά για την περίοδο από τον 9ο έως και τον 12ο αιώνα, το κυριότερο δωμάτιο του σπιτιού ήταν ο τρίκλινος ή τρικλινάριν, που συχνά βρισκόταν σε όροφο. Η στέγη του ήταν δικλινής, επίπεδη ή με *τρούλο , θυμίζοντας εσωτερικό εκκλησίας. Γύρω του διατάσσονταν οι υπόλοιποι χώροι: τα δωμάτια των ανδρών και των παιδιών (κοιτώνες ή κουβούκλια), τα διαμερίσματα των γυναικών στο βάθος του σπιτιού με τον αργαλειό, η τραπεζαρία, οι χώροι υγιεινής (απόπατος, οικίσκος ή εξέδρα). Ο ηλιακός ήταν το μπαλκόνι του σπιτιού, κτιστός ή ξύλινος με καφασωτά, είτε σε προεξοχή από το κυρίως σπίτι είτε σε εσοχή του επάνω ορόφου, σαν ημιυπαίθριος χώρος. Μαρτυρούνται όμως και σκεπαστοί εξώστες με ξύλινους κίονες (χαγιάτια) και διάφορες πτέρυγες που πλαισίωναν το κυρίως οίκημα, πύργοι, παρεκκλήσια, λουτρά. Εξωτερικά, οι τοίχοι είχαν φροντισμένη κατασκευή με πέτρες και τούβλα σε εναλλαγή ή με σχέδια. Με μαρμάρινες πλάκες καλύπτονταν δάπεδα και τοίχοι, ενώ υπήρχαν μαρμαροθετήματα και ψηφιδωτά, τοιχογραφίες και μωσαϊκά στους τοίχους, επιγραφές και πλάκες με ρητά, χρυσωμένες στέγες. Στις περίστυλες αυλές και στους κήπους υπήρχαν κρήνες, μικρά συντριβάνια και βρύσες με αγάλματα. Τέτοια ήταν φυσικά τα παλάτια των αυτοκρατόρων και των αριστοκρατών, όπως μας διασώζουν περιγραφές αρχοντικών σαν και αυτή του παλατιού του Διγενή Ακρίτα. 
    
               

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΟΡΟΙ



Όροι της Βυζαντινής εποχής


  • Αλληλέγγυον: Κατά τον 10ο αιώνα, ο αγώνας κατά των δυνατών υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πλευρές της  εσωτερικής πολιτικής των Μακεδόνων. Το μεγαλύτερο πλήγμα ήταν το αλληλέγγυον, νόμος που υποχρέωνε τους εύπορους γείτονες να καταβάλουν τους φόρους των φτωχών αγροτών της κοινότητας.
  • Εγίρα: Είναι το έτος  αποδημίας του Μωάμεθ, από τη Μέκκα στη Μεδίνα, θεωρείται επίσης η αρχή της ισλαμικής κυριαρχίας και αποτελεί αφετηρία του χρονολογικού συστήματος των Αράβων.
  • Τελετή της περιβολής: Είναι η επίσημη αναγνώριση ενός άρχοντα ως υποτελούς ενός άλλου ισχυρότερου, στα χρόνια της φεουδαρχίας.
  • Στρατιωτόπια: Είναι τα κτήματα, που παραχωρούνταν στους στρατιώτες-αγρότες, κοντά στα σύνορα της πρωτεύουσας, και από τα έσοδα των οποίων εξασφάλιζαν και συντηρούσαν τον εξοπλισμό τους και το άλογό τους. Το κτήμα και η υποχρέωση για στρατιωτική υπηρεσία μεταβιβάζονταν απ΄ τον πατέρα στον πρωτότοκο γιό.
  • Σκλαβηνίες: Δημιουργήθηκαν αρχές του 7ου αιώνα,  όταν Σλάβοι εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε εδάφη της σημερινής Ελλάδας. Ήταν δηλαδή, αυτόνομες νησίδες σλαβικού πληθυσμού σκορπισμένες ανάμεσα σε ντόπιους. Στη διάρκεια του 9ου αιώνα, οι σκλαβηνίες που βρίσκονταν ΒΔ της χερσονήσου του Αίμου, εξελίχθηκαν στα πρώτα κρατίδια Σέρβων και Κροατών. Η ύπαρξη και η ανάπτυξη αυτών των κρατιδίων, διευκόλυνε τον εκχριστιανισμό των δύο λαών επί Βασιλείου Α΄. Οι σκλαβηνίες που βρίσκονταν νότια της χερσονήσου του Αίμου, άρχισαν να ενσωματώνονται στη θεματική διοίκηση του Βυζαντίου. Αρχικά οι σκλαβηνίες ήταν ημιαυτόνομες και πλήρωναν φόρο υποτέλειας.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Η εκπαίδευση στο Βυζάντιο






              Τα σχολικά χρόνια των Βυζαντινών

Στο Βυζάντιο, έδιναν μεγάλη σημασία στην μόρφωση. Την απαιδευσία την θεωρούσαν έγκλημα και επίσης κορόιδευαν τους αμαθείς. Οι περισσότερες πληροφορίες που έχουμε για την παιδεία, μας μιλούν μόνο για τις ανώτερες σπουδές στο Βυζάντιο, που είναι συνδεδεμένες με τη ζωή και το έργο μεγάλων μορφών της εκκλησίας. Για την βασική παιδεία οι γνώσεις μας είναι λίγες. Σχολεία πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης λειτουργούσαν όχι μόνο στην πρωτεύουσα, αλλά και στις επαρχίες. Ο αριθμός των σχολείων καθώς και το ποσοστό συμμετοχής των παιδιών στην βασική εκπαίδευση, ποικίλλει κατά γεωγραφικές περιοχές και χρονικές περιόδους και βεβαίως έχει μεγάλη σχέση με το μεγάλο ποσοστό αναλφάβητων στο βυζάντιο. Τα παιδιά, ξεκινούσαν το σχολείο περίπου στην ηλικία των 6 ετών και διδάσκονταν γραμματική, δηλαδή γραφή και ανάγνωση. Αργότερα σύνταξη και εισαγωγή στους κλασικούς συγγραφείς. Στους χρόνους της εφηβείας τη ρητορική, δηλαδή προφορά, απαγγελία και μελέτη των κλασικών και τέλος φιλοσοφία, επιστήμες και τις τέσσερις τέχνες: αριθμητική, γεωμετρία, μουσική, αστρονομία.


Η κοσμική και θρησκευτική εκπαίδευση

Στα Βυζαντινά χρόνια είχαν δημιουργηθεί δύο ειδών τρόποι εκπαίδευσης: η κοσμική και η θρησκευτική παιδεία. Η θρησκεία αποτελούσε την πηγή και είχε τον έλεγχο της ζωής στο Βυζάντιο, παρ’ όλ’ αυτά η κοσμική παιδεία μπόρεσε να επιζήσει, ακόμη και το 10ο αιώνα, όταν ο μοναστικός βίος ήταν στη μεγαλύτερη ακμή του και ο μισός πληθυσμός είχε απαρνηθεί την κοσμική ζωή. Η κοσμική παιδεία συνεχιζόταν, μολονότι η εκκλησία την αποδοκίμαζε. Έτσι ο έλεγχος της εκκλησίας εμπόδισε την ανάπτυξη των γραμμάτων και της μόρφωσης. Αν και προσπάθησε η εκκλησία στην αρχή να κρατήσει εντελώς χωριστές τις δύο πνευματικές κατευθύνσεις, οι κοσμικές σπουδές έριξαν βαθιές ρίζες μέσα στο χριστιανικό δόγμα. Ο Άγιος Βασίλειος ευνοούσε την ιδέα να γίνονται δεκτά στα εκκλησιαστικά σχολεία όλα τα παιδιά, άσχετα με το αν είχαν πρόθεση να ακολουθήσουν τη ζωή του κληρικού. Αυτό όμως, στην σύνοδο του 451 απαγορεύτηκε, κάτι που φαίνεται να μην είχε τηρηθεί τόσο αυστηρά. Σε όλα  τα χρόνια του Βυζαντίου, μοναχοί και ιερείς δίδασκαν τα παιδία, κυρίως, τα ιερά κείμενα. Είχαν επίσης την ελευθερία να δέρνουν τους απρόθυμους και άτακτους μαθητές.