Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ-Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ
ΓΑΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΙΚΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ
Η γέννηση κοριτσιού δεν έφερνε χαρά. Αιτία ήταν ότι το κορίτσι δεν
αποτελούσε άτομο ικανό για εργασία αλλά και γιατί θα υπήρχε και η υποχρέωση
προίκας . Για τους φτωχούς πολυφαμελίτες ανθρώπους, το βάρος της προίκας ήταν
πολύ μεγάλο. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο της εγκατάλειψης του κοριτσιού ή
της εκμετάλλευσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο νόμος επέτρεπε την πώληση παιδιού
μετά τη γέννησή του, αλλά μόνο σε πολύ φτωχούς γονείς. Σκοπός της προίκας ήταν
η συντήρηση των παιδιών. Γι αυτό κι όταν πέθαινε η γυναίκα η προίκα ανήκε στα
παιδιά της. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σύζυγος, αν και διαχειριζόταν την προίκα
,δεν μπορούσε εύκολα να την σπαταλήσει. Η γυναίκα μάλιστα μπορούσε να προσφύγει
σε δικαστήριο, αν έκρινε ότι ο άντρας της δεν διαχειριζόταν σωστά την προίκα
της. Αν πάλι χήρευε η σύζυγος, τότε γινόταν αυτή διαχειριστής της περιουσίας
του μακαρίτη και προστάτης των παιδιών. Με άλλα λόγια αναγνωριζόταν ως αρχηγός
της οικογενείας, φτάνει να μην ξαναπαντρευόταν. Τα κορίτσια που δεν είχαν
προίκα πήγαιναν σε μοναστήρι καθώς δεν
υπήρχε περίπτωση να παντρευτούν. Το μοναχικό βίο ακολουθούσαν και οι γυναίκες
της μέσης και ανώτερης τάξης συνήθως μετά το θάνατο του άνδρα τους ή μετά από
κάποια συμφορά. Τα κορίτσια ετοιμάζονταν
για το γάμο από την ηλικία των 12 ή 13 ετών και τα αγόρια από τα 14 ή 15. Η
αιτία που κρινόταν κατάλληλη για γάμο μια τόσο μικρή ηλικία ήταν η μεγάλη
θνησιμότητα της εποχής. Οι γάμοι γινόταν με προξενιά και η μεσολάβηση της
προξενήτρας γινόταν με αμοιβή. Τον πρώτο και τελευταίο λόγο τον είχε ο πατέρας
. Αργότερα με τη νομοθεσία των Ισαύρων - στην προσπάθειά τους να ενισχύσουν τη
μητέρα και να ισχυροποιήσουν τους οικογενειακούς θεσμούς - απαιτείται η συγκατάθεση
και των δύο γονέων για τη σύναψη γάμου. Όμως όταν οι Μακεδόνες ανήλθαν στην
εξουσία επανέφεραν σε ισχύ την πατρική εξουσία στο θέμα του γάμου. Ο νόμος δεν
επέτρεπε το γάμο για τα κορίτσια κάτω των δώδεκα και τα αγόρια κάτω των
δεκατεσσάρων ετών. Πριν από το γάμο γινόταν ο αρραβώνας και υπογράφονταν τα
συμβόλαια που καθόριζαν την προίκα που θα έδινε η νύφη και τα δώρα του γαμπρού.
Μετά την τέλεση του μυστηρίου ακολουθούσε γλέντι στο σπίτι του γαμπρού. Παρά
την αντίρρηση της εκκλησίας το κράτος επέτρεπε το διαζύγιο «κοινή συναινέσει».
Η
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗΣ, ΠΥΡΗΝΙΚΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ:
Η οικογένεια είναι αυτοδύναμη οντότητα,
περιστοιχισμένη από ένα αόρατο τείχος που τη χωρίζει από τον υπόλοιπο κόσμο.
Οποιοσδήποτε δεν είναι στενά δεμένος μαζί της, έστω και φίλος, μπορεί,
εισχωρώντας στον εσωτερικό αυτό κύκλο, να ξελογιάσει τις γυναίκες, να μάθει τα
οικογενειακά μυστικά και γενικά να διαταράξει την οικογενειακή τάξη. Μια καλή
σύζυγος, είναι η μισή ζωή, η υπόσχεση για μια καλή τύχη. Οι σύζυγοι πρέπει να
είναι πιστοί και να αποφεύγουν τον δεύτερο γάμο όταν χηρεύουν. Η ανατροφή των
παιδιών αντιμετωπίζεται επίσης με μεγάλη σοβαρότητα. Τα παιδιά οφείλουν να
φοβούνται και να σέβονται τον αρχηγό της οικογένειας, αλλά αυτή η στάση πρέπει
να είναι απόρροια καλής ανατροφής και όχι τιμωρίας και ξυλοδαρμού. Τα
ανύπαντρα κορίτσια δεν επιτρέπεται,
βέβαια, να εκτίθενται στο βλέμμα των ανδρών που δεν είναι συγγενείς. Αυτός ο
περιορισμός των γυναικών, συζύγων και θυγατέρων, προκύπτει έμμεσα και από άλλα
κείμενα της εποχής.H Άννα Κομνηνή αναφέρει ότι οι γυναίκες,
όταν έβγαιναν στο δρόμο, κάλυπταν προσεκτικά το πρόσωπό τους.







