Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΣΠΙΤΙ

Tο Βυζαντινό σπίτι  
   
                                                                               
  Το κέντρο του ιδιωτικού βίου των Βυζαντινών ήταν αναμφίβολα το σπίτι τους. Η μορφή των σπιτιών στο Βυζάντιο, που γνώρισε πολλές παραλλαγές, καθοριζόταν από την οικονομική κατάσταση του ιδιοκτήτη, τη μορφολογία του εδάφους και φυσικά τον διαθέσιμο κάθε φορά χώρο. Έτσι, υπήρχαν τόσο πολυτελείς επαύλεις όσο και φτωχικά σπίτια, ενώ διαφορετικά ήταν τα αστικά σπίτια από τα σπίτια στα χωριά. Το βυζαντινό σπίτι αποτελεί εξέλιξη και συνδυασμό αρχαίων ελληνικών, ρωμαϊκών και ανατολικών στοιχείων. Οι σχετικές μαρτυρίες που διαθέτουμε προέρχονται κυρίως από περιγραφές κειμένων, εικονογράφηση χειρογράφων και παραστάσεις μνημειακής ζωγραφικής, αλλά και από σπίτια που έχουν αποκαλυφθεί σε ανασκαφές.
Στις αρχαιότερες οικίες τα δωμάτια διατάσσονταν γύρω από μία εσωτερική αυλή με *
περιστύλιο . Το πιο επίσημο δωμάτιο, το *τρικλίνιο , χρησίμευε ως τραπεζαρία για τα συμπόσια και κατά κανόνα διέθετε αψίδα στη μια στενή πλευρά του, όπου τοποθετούνταν το τραπέζι και το *στιβάδιον . Τα δωμάτια ήταν μεγάλα και συχνά απλώνονταν ελεύθερα στον χώρο, ενώ έφεραν πολυτελή διακόσμηση με μάρμαρα, ψηφιδωτά δάπεδα και τοιχογραφίες . Η πολυτελής αυτή μορφή κατοικίας προοριζόταν φυσικά για την αριστοκρατία της εποχής. Υπήρχαν και φτωχότερες παραλλαγές της για τα μεσαία στρώματα, χωρίς εσωτερική αυλή ή με λιγότερα δωμάτια που είχαν πατημένο χώμα για δάπεδο και άβαφο σοβά στους τοίχους. Για τις κατώτερες τάξεις, στις οποίες ανήκε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των πόλεων, τα σπίτια έμοιαζαν με πολυκατοικίες. Γραπτές πηγές αναφέρουν ότι στην *παλαιοχριστιανική  Κωνσταντινούπολη
 πολλοί κάτοικοι έμεναν σε πολυώροφα κτίρια, όπως αυτά, για παράδειγμα, που μνημονεύονται επί Θεοδοσίου με επτά και εννέα ορόφους.  Μετά τον 6ο αιώνα αρχίζει και διαμορφώνεται το τυπικό βυζαντινό σπίτι. Ειδικά για την περίοδο από τον 9ο έως και τον 12ο αιώνα, το κυριότερο δωμάτιο του σπιτιού ήταν ο τρίκλινος ή τρικλινάριν, που συχνά βρισκόταν σε όροφο. Η στέγη του ήταν δικλινής, επίπεδη ή με *τρούλο , θυμίζοντας εσωτερικό εκκλησίας. Γύρω του διατάσσονταν οι υπόλοιποι χώροι: τα δωμάτια των ανδρών και των παιδιών (κοιτώνες ή κουβούκλια), τα διαμερίσματα των γυναικών στο βάθος του σπιτιού με τον αργαλειό, η τραπεζαρία, οι χώροι υγιεινής (απόπατος, οικίσκος ή εξέδρα). Ο ηλιακός ήταν το μπαλκόνι του σπιτιού, κτιστός ή ξύλινος με καφασωτά, είτε σε προεξοχή από το κυρίως σπίτι είτε σε εσοχή του επάνω ορόφου, σαν ημιυπαίθριος χώρος. Μαρτυρούνται όμως και σκεπαστοί εξώστες με ξύλινους κίονες (χαγιάτια) και διάφορες πτέρυγες που πλαισίωναν το κυρίως οίκημα, πύργοι, παρεκκλήσια, λουτρά. Εξωτερικά, οι τοίχοι είχαν φροντισμένη κατασκευή με πέτρες και τούβλα σε εναλλαγή ή με σχέδια. Με μαρμάρινες πλάκες καλύπτονταν δάπεδα και τοίχοι, ενώ υπήρχαν μαρμαροθετήματα και ψηφιδωτά, τοιχογραφίες και μωσαϊκά στους τοίχους, επιγραφές και πλάκες με ρητά, χρυσωμένες στέγες. Στις περίστυλες αυλές και στους κήπους υπήρχαν κρήνες, μικρά συντριβάνια και βρύσες με αγάλματα. Τέτοια ήταν φυσικά τα παλάτια των αυτοκρατόρων και των αριστοκρατών, όπως μας διασώζουν περιγραφές αρχοντικών σαν και αυτή του παλατιού του Διγενή Ακρίτα. 
    
               

Ωστόσο, το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού κατοικούσε σε χαμηλά σπίτια ή σε δίπατες οικίες, όλα κτισμένα χωρίς φιλοδοξίες. Η κατασκευή τους ήταν από φθηνά υλικά, ενώ η μορφή τους αναπτυσσόταν δυναμικά στον χώρο για να ανταποκριθεί στις τρέχουσες ανάγκες διαβίωσης, χρησιμοποιώντας συχνά προϋπάρχουσες κατασκευές και υλικά από αρχαία κτίρια. Ο συνηθέστερος τύπος σπιτιού αποτελείται από σειρά ισογείων δωματίων γύρω από ανοιχτή αυλή χωρίς περιστύλιο, όπου συνήθως υπήρχε πηγάδι και κτιστός φούρνος. Όροφος υπήρχε τουλάχιστον σε κάποια από τις πτέρυγες. Περιγραφές σπιτιών από βυζαντινά έγγραφα και σπίτια που έχουν αποκαλυφθεί σε ανασκαφές, όπως στην Κόρινθο, μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι εργαστήρια, μύλοι, αποθήκες, σταύλοι και δωμάτια διαβίωσης ανήκαν συχνά σε ενιαίο οικοδομικό συγκρότημα.          


                                 
Με την πάροδο των αιώνων φαίνεται ότι το τρικλινάρι ενσωμάτωσε όλους τους πριν ξεχωριστούς χώρους και ότι η εσωτερική αυλή καταργήθηκε. Στον Μυστρά, όπου σώζονται καλοδιατηρημένα δείγματα υστεροβυζαντινών οικιών, τα σπίτια είναι κατά κανόνα ορθογώνια δίπατα, που άλλοτε βαίνουν παράλληλα με το επικλινές του εδάφους, αφήνοντας στην πίσω πλευρά την πλαγιά του λόφου, και άλλοτε βαίνουν εγκάρσια σ’ αυτήν, με τμήμα του υπογείου να καταλαμβάνεται από τον φυσικό βράχο. Μερικά εφάπτονται μεταξύ τους, ενώ τα αρχοντικά διαθέτουν έναν πύργο σε μια από τις πλευρές τους. Στο ισόγειο βρίσκονταν οι βοηθητικοί χώροι (δεξαμενή νερού, αποθήκη, στάβλος, μαγειρείο, κτλ.), ενώ το τρικλινάρι καταλάμβανε τον όροφο. Το κατώγι έφερε εσωτερικά τόξα για τη στήριξη του δαπέδου του ορόφου. Το ανώγι φωτιζόταν με σειρά τοξωτών παραθύρων και εξωτερικά διακοσμούνταν με τυφλά αψιδώματα και κόγχες, ενώ στη μια πλευρά υπήρχε κατά κανόνα ο ηλιακός. Τα δωμάτια χωρίζονταν με βαριά υφάσματα που κρέμονταν από τα δοκάρια της στέγης ή με πρόχειρα χωρίσματα από *μπαγδατί  ή απλές σανίδες.

Στους τοίχους, σε γωνίες και δίπλα στα παράθυρα, χωνεύονταν ερμάρια για τη φύλαξη αντικειμένων και ρούχων, ενώ στη βάση των τοίχων υπήρχαν πεζούλια (μιντέρια). Στην απέναντι από τον ηλιακό πλευρά του τρικλίνου ήταν το τζάκι που χρησίμευε και για το μαγείρεμα, ενώ σε μια γωνία διαμορφωνόταν ο απόπατος. Το αρχαιότερο σπίτι του Μυστρά, το λεγόμενο *
παλατάκι ή αρχοντικό αποτελεί μια μοναδικά καλοδιατηρημένη κατοικία ευγενών. Ανάλογα, αλλά κάπως πιο φτωχικά, είναι το αρχοντικό του Φραγκόπουλου και το *αρχοντικό του Λάσκαρη. 

 Οικία «Λάσκαρη», μεγάλο οικιστικό συγκρότημα 
με πολλά δωμάτια και εξωτερική σκάλα.
      

Αρχοντική κατοικία του Μυστρά. Αρχοντικό Α (Παλατάκι), Μυστράς.


 Το πιο βασικό έπιπλο του σπιτιού, το κρεβάτι (κλινάριον ή κρεββάτιον), φτιαχνόταν συνήθως απλά, μόνο από στρώματα γεμάτα άχυρα, βαμβάκι, κουρέλια ή πούπουλα, τα οποία απλώνονταν απευθείας στο πάτωμα ή πάνω σε κτιστούς πάγκους κατά μήκος των τοίχων του *τρικλίνου . Υπήρχαν και κρεβάτια που αποτελούνταν από σανίδες μέσα σε πλαίσιο που στηριζόταν σε δύο τρίποδα ή σε τέσσερα πόδια, ενίοτε επαργυρωμένα ή επιχρυσωμένα. Πάνω τους έριχναν τα στρωσίδια (κρεββατοστρώσια ή κρεββατοστρώμνια), τα μαξιλάρια (ή προσκεφάλαια), και τα σεντόνια, που ήταν φτιαγμένα από λινό ύφασμα ή μαλλί, ή ακόμη και από μετάξι, βαμμένα, κεντημένα ή υφασμένα με χρυσοκλωστές στην πάνω τους άκρη. Τα τραπέζια ήταν κατασκευασμένα κυρίως από ξύλο, αλλά υπήρχαν και από ασήμι, χρυσό ή με επένδυση από πλακάκια ελεφαντόδοντου. Τα χαμηλά τραπέζια (τάβλες) δεν χρησίμευαν μόνο για το σερβίρισμα του φαγητού, αλλά και ως πάγκοι εργασίας ή γραφεία. Ως καθίσματα αναφέρονται οι καρέκλες (θρονία) και τα σκαμνιά (σκάμνοι ή σελλία), χαμηλά καθίσματα με δύο ή τέσσερα πόδια. Τα μακροσκάμνια ήταν μάλλον πάγκοι μικρού ή μεγάλου μεγέθους, όπου μπορούσαν να καθίσουν περισσότερα άτομα. Ο θρόνος ήταν το επίσημο κάθισμα του αυτοκράτορα, του πατριάρχη, των επισκόπων και των ηγουμένων των μονών, και συνήθως συνοδεύονταν με υποπόδιο. Για να μην φθείρονται τα έπιπλα τα κάλυπταν με υφάσματα (σκαμνάλια). 
Στα έπιπλα περιλαμβάνονται και τα σινδούκια ή σεντούκια, που χρησίμευαν για αποθήκευση, όπως και τα εντοιχισμένα ντουλάπια (ερμάρια) των δωματίων. Τα κιβώτια αυτά κλείδωναν για ασφάλεια και χρησιμοποιούνταν για τη φύλαξη: ψωμιού ή άλλων φαγώσιμων ειδών, υφασμάτων και ρούχων  χρημάτων, χρυσών και αργυρών σκευών, κοσμημάτων, μπορεί και βιβλίων. Τα ρούχα τα φυλούσαν σε υφασμάτινους ή δερμάτινους σάκους, τους τσαμαντάδες. Τα ειδικά κιβώτια για τη φύλαξη διάφορων φαρμάκων και ιατρικών ειδών ονομάζονταν πανδέκτες. 
1.       Ψηφιδωτό.  Ιταλία, Ραβέννα, Μαυσωλείο Γάλλας Πλακιδίας, Αναπαράσταση ερμαρίου με βιβλία.
(©Φωτογραφικό Αρχείο ΕΚΒΜΜ)

ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ, ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΛΙΝΑΡΡΙΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ, ΡΑΒΕΝΝΑ

Τα δάπεδα συχνά καλύπτονταν από χαλιά (επεύχια ή υπεύχια) διαφόρων μεγεθών και πάχους. Επίσης, βαριές κουρτίνες (βήλα) κρέμονταν από την οροφή και διαχώριζαν τους χώρους του σπιτιού. Τα βήλα κατασκευάζονταν από λινό ή από μετάξι, ήταν μονόχρωμα ή πολύχρωμα, και είχαν παραστάσεις κεντημένες ή υφασμένες, ενώ στα ανάκτορα υπήρχαν και χρυσοΰφαντα βήλα. Στους τοίχους συχνά ήταν κρεμασμένες εικόνες, ενώ από τα αρχοντικά δεν απουσίαζαν τα τόξα, τα σπαθιά και διάφορα άλλα όπλα, καθώς και οι καθρέπτες. 
Ο φωτισμός των σπιτιών γινόταν με κεριά και λυχνάρια. Τα κεριά φτιάχνονταν αποκλειστικά από μελισσοκέρι, ενώ τα λυχνάρια ήταν πήλινα ή μεταλλικά, γέμιζαν με λάδι ή λίπος και στην άκρη τους έκαιγε φυτίλι. Κατά κανόνα ήταν φορητά   ή στηρίζονταν σε μόνιμους λυχνοστάτες. Σε μεγάλους χώρους, όπως των ανακτόρων και των εκκλησιών, κρέμονταν με αλυσίδες από την οροφή μεταλλικά κυκλικά πολυκάνδηλα που είχαν πολλά γυάλινα κανδήλια. Για το φωτισμό το βράδυ εκτός σπιτιού χρησιμοποιούσαν επίσης   φανάρια (φανούς). 


Τα επιτραπέζια σκεύη ανήκαν επίσης στον εξοπλισμό του σπιτιού. Τα πιάτα (σκουτέλια ή πινάκια), οι δίσκοι, οι γαβάθες, τα ποτήρια, τα κύπελλα (καύκοι ή σκυφία), οι κανάτες (οινοχόοι) και οι αλατιέρες (αλατοδοχεία) ήταν πήλινα ή ξύλινα και σπανιότερα μεταλλικά. Ωστόσο, στα πλουσιότερα τραπέζια οι πηγές αναφέρουν χάλκινα σκεύη, ακόμη και αργυρά ή επίχρυσα, διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους (διάλιθα) ή αχάτη, σαρδόνυχα, αλάβαστρο ή ορεία κρύσταλλο. Ορισμένα τέτοια σκεύη βρίσκονται στα θησαυροφυλάκια ναών της Δύσης, όπου κατέληξαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης  από τους Σταυροφόρους το 1204. 
Τα σκεύη της κουζίνας ήταν πολλά, όσο και τα σημερινά. Σ’ αυτά ανήκαν κατ’ αρχάς οι πυροστάτες, οι σιδερένιοι τρίποδες που πάνω τους τοποθετούνταν οι πήλινες χύτρες και τα τσουκάλια για το μαγείρεμα των καθημερινών γευμάτων. Οι μεταλλικές, κυρίως χάλκινες, κατσαρόλες για το ζέσταμα του νερού, το πλύσιμο των χεριών, και για άλλες χρήσεις ονομάζονταν κούκουμοι ή κουκούμια. Η σχάρα ήταν μόνιμα πάνω στην εστία. 
Μικρά και μεγάλα τηγάνια χρησίμευαν για το σωτάρισμα και το μαγείρεμα, ενώ το φαγητό ανακάτευαν με μικρές και μεγάλες κουτάλες που φυλάσσονταν σε ειδικό μικρό κιβώτιο, την κουταλίστρα. Λίθινα γουδιά (ιγδία) χρησίμευαν στο άλεσμα των μπαχαρικών, σιτηρών ή οσπρίων, ενώ δεν έλειπαν και οι πιπεροτρίφτες για το τρίψιμο του πιπεριού. Τέλος, πήλινες λεκάνες ή λεκανίδες προορίζονταν για το πλύσιμο των επιτραπέζιων σκευών ή για το πλύσιμο των χεριών. 
Στο κελάρι του σπιτιού υπήρχαν πήλινα αγγεία (συνήθως πιθάρια μικρά και μεγάλα) για την αποθήκευση του λαδιού, του κρασιού, των σιτηρών και των οσπρίων. Για λόγους καλύτερης μόνωσης από το εξωτερικό περιβάλλον (διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας) αυτά τα αγγεία ήταν σφηνωμένα μέσα στο έδαφος. Μικρά πιθάρια χρησίμευαν για την αποθήκευση του βουτύρου, του τυριού και των διατηρημένων με αλάτι τροφίμων. Για τη μεταφορά και την αποθήκευση του νερού χρησιμοποιούσαν πήλινες στάμνες. Τα πήλινα δοχεία που χρησίμευαν για την επιτραπέζια χρήση νερού, κρασιού ή λαδιού τα έλεγαν λαγήνια. Τέλος, ειδικά σκεύη, τα κρυαντήρια, που ήταν κατασκευασμένα από κράματα μολύβδου κρατούσαν το νερό δροσερό.                                                                                                                          


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ    
                                                                                                                                                                    Παλαιοχριστιανική Περίοδος: η Παλαιοχριστιανική περίοδος τυπικά ξεκινά από την ίδρυση της Κωνσταντινούπολης από το Μ. Κωνσταντίνο στα 330 μ.Χ. και τη μεταφορά σε αυτή της έδρας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη, και λήγει με το τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού Α (565).   
περιστύλιο: αυλή που από τρεις τουλάχιστον πλευρές της περιβάλλεται από στοές με μαρμάρινους κίονες.                                                                               
 τρικλίνιο: αίθουσα υποδοχής και συμποσίων                                                                                                                              
 στιβάδιον: κτιστή ή φορητή κατασκευή σχήματος C που χρησιμεύει ως ανάκλιντρο για τους συνδαιτημόνες ενός συμποσίου: στο κέντρο ήταν τοποθετημένο ένα χαμηλό τραπέζι για τις πιατέλες με τα εδέσματα, ενώ οι (περισσότεροι από τρεις) καλεσμένοι ήταν ξαπλωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον. Πρόκειται για την εξέλιξη του τρικλινίου                                                                                
 τρούλος: ημισφαιρικός θόλος που στηρίζεται σε κυλινδρικό ή πολυγωνικό τύμπανο. Χρησιμοποιείται ευρύτατα στη χριστιανική εκκλησιαστική αρχιτεκτονική                                                                                                                                                                                μπαγδατί: πρόχειρος τοίχος κατασκευασμένος από ξύλινο σκελετό με σανίδες που καλύπτεται και από τις δύο πλευρές του με σοβά.                                                                                                                                                                         
  "Παλατάκι" του Μυστρά
Το λεγόμενο «παλατάκι» ή «αρχοντικό» του Μυστρά βρίσκεται στην Άνω πόλη. Έχει αποδειχτεί ότι αποτελείται από δύο ενωμένα κτίρια διαφορετικής εποχής. Η βόρεια και η μεταγενέστερη νότια πτέρυγα, που στην ουσία είναι δύο μακρόστενοι χώροι με έναν πλευρικό χώρο η κάθε μία, έχουν σχηματίσει στο κέντρο μία μικρή εσωτερική αυλή. Έχει πύργο (κάστελλο) στη μία γωνιά και τρία πατώματα από τα οποία το μεσαίο είναι χαμηλοτάβανο. Ο τρίτος όροφος, το τρικλινάρι, ήταν ενιαίος χωρίς εσωτερικά χωρίσματα
Οικία Λάσκαρη
Η αποκαλούμενη «Οικία Λάσκαρη» ή «των Λασκαρέων» βρίσκεται στο χαμηλότερο τμήμα της Κάτω Πόλης του Μυστρά, λίγο βορειότερα από τη θέση Μαρμάρα, τη θέση της κύριας εισόδου του κοινού στο σημερινό αρχαιολογικό χώρο του βυζαντινού οικισμού. Αν κι έχει επικρατήσει η αναφορά σε «οικία», πρόκειται για την ακρίβεια για συγκρότημα κτιρίων με χρήσεις κατοικίας, καταστημάτων και εργαστηρίων. Μετά από διαδοχικές τροποποιήσεις και επεκτάσεις κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, οι επιμέρους μονάδες του συγκροτήματος συνενώθηκαν στον ενιαίο, τριώροφο κτιριακό όγκο που βλέπουμε σήμερα. Οι εσωτερικοί χώροι κατά την τελευταία φάση επέκτασης καλύφθηκαν με σταυροθόλια, ενώ ο ηλιακός της ανατολικής όψης υποβαστάζεται από τοξύλλια σε σειρά. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ανώτερο τμήμα της ανατολικής όψης. Διαθέτει δύο παράθυρα με επάλληλα τοξωτά πλαίσια και ακόμη ψηλότερα κυκλικό φεγγίτη. Το ερειπωμένο σήμερα συγκρότημα παρέμεινε σε χρήση μέχρι την οριστική εγκατάλειψη του Μυστρά. Σήμερα, αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα ιδιωτικών αρχοντικών κατοικιών του οικισμού, που έχει ομοιότητες με αντίστοιχες οικίες στο Λογγανίκο και το Γεράκι. 
               
                       
           


ΠΗΓΕΣ:                                    
 http://exploringbyzantium.gr/EKBMM/Page?name=ypomeleti&lang=gr&id=   1     3&sub=61&level=3                                          
 http://exploringbyzantium.gr/EKBMM/Page?name=ypomeleti&lang=gr&id=2&sub=318&level=2

                                                                                                                                                       ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΣΚΟΥΤΕΡΗΣ
ΤΑΞΗ: Β2 ΓΕΛ ΑΣΤΑΚΟΥ
ΣΧΟΛ. ΕΤΟΣ 2014-15
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                  ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΣΚΟΥΤΕΡΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου