Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ


     Μέχρι τον 9ο αι. (αρχές 10ου)  το εμπόριο ήταν οργανωμένο σε συντεχνίες, από τον Κωνσταντίνο. Η άσκηση των επαγγελμάτων  ήταν ελεγχόμενη από το κράτος και οργανωμένη σε συντεχνίες. Οι συντεχνίες ήταν ενώσεις, ή σωματεία, εργαζομένων στις πόλεις, που τελούσαν υπό την εποπτεία του κράτους και απέβλεπαν στην προστασία των συμφερόντων των μελών τους, στη μετάδοση τεχνογνωσίας (διά της μαθητείας), αλλά κυρίως στον καλύτερο έλεγχο των οικονομικών του Κράτους ενώ ασκούσαν και πολιτική επιρροή. Οι συντεχνίες της πρωτεύουσας τελούσαν υπό τον άμεσο έλεγχο του επάρχου της Πόλης. Καθώς στην πράξη η εξάρτησή τους από το κράτος ήταν περιορισμένη, αποτελούσαν έναν από τους πόλους εξουσίας στην Κωνσταντινούπολη. Από τις αρχές του 13ου αιώνα, το σύστημα των συντεχνιών φαίνεται να παρακμάζει.


Το Επαρχικόν Βιβλίον, ένα είδος κώδικα των συντεχνιών, αναφέρει τις συντεχνίες που ταξινομήθηκαν σ' αυτήν την ειδική κατηγορία και αφορά τους εμπόρους και τους τεχνίτες που ασκούσαν τα παρακάτω επαγγέλματα: χρυσοχόοι, αργυραμοιβοί (τραπεζίτες ή χρυσοκαταλλάκτες ή κολλυβισταί), ράφτες, έμποροι ακατέργαστης μετάξης, κατεργαστές  μετάξης, κατασκευαστές μεταξωτών υφασμάτων, έμποροι μεταξωτών υφασμάτων, έμποροι υφασμάτων και εισαγομένων ενδυμάτων, αρωματοπώλεις, κηροποιοί, σαπωνοποιοί, παντοπώλεις, σαγματοποιοί, κρεοπώλες (κρεοπούλοι ή μακελλάριοι), κρεοπώλες (αλλαντεύων ή χορδεύων) ,ιχθυέμποροι, αρτοποιοί, πανδοχείς, έμποροι αλόγων, εργολάβοι οικοδομών.

Ο ΕΠΑΡΧΟΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ ΗΤΑΝ ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ


 Σε κάθε είδος βιοτεχνίας η αντίστοιχη συντεχνία κανόνιζε τους όρους εργασίας, τα όρια των μισθών, τις τιμές πωλήσεως και τα νόμιμα κέρδη. Κανένας άνδρας δεν μπορούσε να είναι μέλος σε περισσότερες από μία συντεχνίες και μάλιστα δεν ήταν υποχρεωμένος να ανήκει και σ' αυτή τη μία. Για να γίνει κανείς μέλος μια συντεχνίας έπρεπε να πληρούνται μερικοί όροι. Οι δύο πρώτοι απ' αυτούς ήταν : να ήταν ειδικευμένος τεχνίτης στο είδος του και να πληρώνει κάποιο ποσό σαν δικαίωμα εγγραφής. Δεν ήταν απόλυτα αναγκαίο ο γιός να ακολουθεί το επάγγελμα του πατέρα, πάντως στην περίπτωση που διαδέχονταν τον πατέρα του στην ίδια δουλειά η εισδοχή του στη συντεχνία δεν ήταν αυτονόητη.
Επικεφαλής της συντεχνίας ήταν ο πρόεδρος που εκλεγόταν από τα μέλη της και που έπρεπε να εγκριθεί από τον έπαρχο, ο οποίος ασκούσε έλεγχο στο εσωτερικό της συντεχνίας. Ο τελευταίος διορίζει επίσης κι έναν βοηθό του που ανήκει στην υπαλληλία της επαρχιακής διοικήσεως.
Για να γίνει κανείς δεκτός σε μια συντεχνία έπρεπε πρώτα να υποβάλλει στον έπαρχο μια αίτηση, η οποία έπρεπε να υποστηρίζεται από τουλάχιστον πέντε τιτλούχα μέλη της συντεχνίας, τα οποία εγγυώνται από ηθική και υλική πλευρά, για την τιμιότητα και της επαγγελματικές ικανότητες του υποψηφίου. Αν τελικά η αίτηση του γίνει δεκτή, θα πάρει άδεια να ασκεί το εκλεγμένο από τον ίδιο επάγγελμα και θα κληθεί να καταθέσει στο Δημόσιο Ταμείο ένα δικαίωμα εγγραφής, που ποικίλλει ανάλογα με τη συντεχνία. Ύστερα από αυτό θα μπορέσει να ανοίξει το κατάστημά του. Αλλά δεν θα εκλέξει ο ίδιος τη θέση του. Αυτή θα καθορισθεί από τον έπαρχο, στην περιοχή που βρίσκονται και οι άλλοι έμποροι και τεχνίτες που ασκούν το ίδιο επάγγελμα. Επίσης τις πρώτες ύλες που θα χρειαζόταν, τα εμπορεύματα που είχε δικαίωμα να πουλάει, τη μάξιμουμ ποσότητα που θα μπορούσε να προμηθευτεί και τα όρια του κέρδους του, τον προμηθευτή στον οποίο πρέπει να απευθυνθεί, όλα αυτά τα καθόριζε ο έπαρχος. Επιπλέον, τα εμπορεύματα, όπως και τα προϊόντα της εργασίας του, πριν περάσουν στην αγορά, έπρεπε να σφραγιστούν από τους υπαλλήλους της «νομαρχιακής διοικήσεως». Αυτό ήταν μια υποχρεωτική διαδικασία, που δεν επέτρεπε καμία εξαίρεση. Ειδικοί ελεγκτές επισκέπτονταν τακτικά τα καταστήματα και έλεγχαν αν ο επαγγελματίας τηρούσε όλες αυτές τις προϋποθέσεις.
Οι χώροι, όπου διεξαγόταν το εμπόριο ήταν συνήθως αρκετά μικροί και δεν μπορούσαν να χωρέσουν περισσότερα από πέντε ή έξη άτομα. Ένα χαμηλό τραπέζι, πάνω στο οποίο είναι αραδιασμένα τα εμπορεύματα, χωρίζει τους πελάτες από το εσωτερικό του καταστήματος, όπου στέκεται ο καταστηματάρχης και ενδεχομένως οι υπάλληλοι του ή οι εργάτες του. Όταν πρόκειται για προϊόντα τρεχούσης καταναλώσεως, ο έμπορος μπορεί να τα εκθέσει έξω, μπροστά στην είσοδο του καταστήματος του.
ΠΩΛΗΤΕΣ ΨΩΜΙΟΥ

Στο Βυζάντιο η παραγωγή και η πώληση ήταν αυστηρά διαχωρισμένες και τα περιθώρια του κέρδους καθορισμένα από το κράτος, έτσι γινόταν πρακτικά αδύνατη η ανάπτυξη μεγάλων εμπορικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων με αποτέλεσμα να γίνεται αδύνατη η συσσώρευση μεγάλων περιουσιών, οι οποίες παρέμειναν για αιώνες αποκλειστικότητα των ευγενών και του κλήρου. Οι παραγωγοί και οι επιχειρηματίες , εφ' όσον δεν έκαναν εμπορικές πράξεις παράνομες -πράγμα καθόλου σπάνιο- όφειλαν να περιοριστούν σ' ένα μέτριο κέρδος. Για παράδειγμα ένα χρυσοχόος, στον οποίο απαγορεύεται να αγοράσει για τις ανάγκες τις δουλειάς του, περισσότερες από μία λίβρα χρυσού την κάθε φορά, είτε πρόκειται το μέταλλο να υποβληθεί σε επεξεργασία, είτε όχι, δεν μπορεί να αγοράσει δεύτερη, πριν αποδείξει ότι χρησιμοποίησε ολοκληρωτικά την πρώτη. Απ' αυτό προερχόταν μια σημαντική καθυστέρηση του ρυθμού της παραγωγής και μια αισθητή ελάττωση της εμπορικής αποδόσεως της επιχειρήσεως. Ανάλογους περιορισμούς είχαν και άλλοι επαγγελματίες. Οι ιχθυέμποροι πωλούσαν τα ψάρια τους στην τιμή που όριζε το κράτος, οι παντοπώλες είχαν καθορισμένα ποσοστά κέρδους (16 με 17%), ενώ οι έμποροι μεταξιού αγόραζαν το ακατέργαστο μετάξι από τους παραγωγούς χωρίς να έχουν δικαίωμα να το κατεργαστούν οι ίδιοι. Ήταν υποχρεωμένοι να το μεταπωλούν στους κατεργαστές μεταξιού (καταρτάριους). Αλλά και οι καταρτάριοι είχαν τους δικούς τους περιορισμούς. Έπρεπε πρώτα να δηλώσουν την ποσότητα του μεταξιού που ήθελαν να κατεργαστούν και να βεβαιώσουν ότι διέθεταν τα αναγκαία κεφάλαια. Στη συνέχεια αναλάμβαναν τα κρατικά εργαστήρια βαφής του μεταξιού, ενώ υπεύθυνοι για τη λιανική πώληση ήταν ειδικοί έμποροι μεταξωτών υφασμάτων που είχαν το δικαίωμα να πωλούν μόνο μεταξωτά υφάσματα.

 
ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΤΕΧΝΙΕΣ ΗΤΑΝ ΑΥΤΗ ΤΩΝ ΑΛΙΕΩΝ
Κάθε συντεχνία αγόραζε τις πρώτες ύλες που χρειάζονταν όλα τα μέλη της και ύστερα τις διένεμε σ' αυτά. Τα έτοιμα προϊόντα κάθε βιοτεχνίας προωθούνταν για πώληση σε ορισμένα σημεία της πόλεως που είχαν με ακρίβεια προκαθορισθεί. Μόνο οι παντοπώλες ήταν ελεύθεροι να  ανοίξουν το κατάστημά τους σ' οποιονδήποτε δρόμο, γιατί αυτοί πουλούσαν είδη πρώτης ανάγκης: τυρί, λάδι, βούτυρο, αλεύρι, μέλι, κρέας, ψάρια, παστά, λαχανικά. Οι αγρότες επίσης είχαν άδεια να πουλούν απ' ευθείας τα προϊόντα τους στους καταναλωτές. Πλανόδιοι τέλος μικροπωλητές έκαναν ζωηρό εμπόριο μεταχειρισμένων, δευτέρας ποιότητας υφασμάτων.
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΛΙΝΘΩΝ


Οι μισθοί κανονίζονταν μέσω των συντεχνιών. Διατηρούνταν εξαιρετικά χαμηλοί. Εν πάση περιπτώσει μέχρι τα τέλη του 6ου αι. τα μέλη των συντεχνιών έπαιρναν μόνο ένα μέρος του μισθού τους σε χρήμα κι ένα σημαντικό μέρος σε είδος. Πολλά μέλη των συντεχνιών  εργάζονταν στα σπίτια τους, όπου βοηθούνταν από τις γυναίκες τους, από υπαλλήλους ή μαθητευομένους.
Παραβίαση του θεσμού της συντεχνίας τιμωρούνταν με πρόστιμο ή ακρωτηριασμό ή απομάκρυνση από το επάγγελμα. Η απομάκρυνση πάντως από τη συντεχνία δεν συνεπαγόταν μόνιμη ανεργία καθώς υπήρχε η δυνατότητα προσφοράς χειρωνακτικής εργασίας σε οποιονδήποτε τη χρειαζόταν, ενώ πολλοί ( μεταλλουργοί, λινουφαντουργοί, υποδηματοποιοί) κατέφευγαν σε μοναστήρια.

Κατά την πρώτη φάση της Βυζαντινής ιστορίας τα πιο σπουδαία εργαστήρια που κατασκεύαζαν πανάκριβα αντικείμενα (διαμαντικά, μεταξωτά) είχαν ιδρυθεί μέσα στον περίβολο των Ανακτόρων της Κωνσταντινουπόλεως. Οι συντεχνίες που τα είχαν αναλάβει για να εργάζονται σ' αυτά χαρακτηρίζονταν αυτοκρατορικές και είχαν το προβάδισμα έναντι των άλλων συντεχνιών. Δική τους προνομιακή αρμοδιότητα ήταν να στολίζουν με παραπετάσματα πορφυρομέταξα και με στολίδια από χρυσάφι κι ασήμι την εξέδρα που χρησιμοποιούσε ο αυτοκράτορας, όταν επισκεπτόταν μια συντεχνία. Μάλιστα, κατά την πρώτη περίοδο της Βυζαντινής μεταξοβιοτεχνίας, η βιοτεχνία του μεταξιού ελέγχονταν από πέντε τουλάχιστο συντεχνίες. Μία περιελάμβανε τους εμπόρους-εισαγωγείς της πρώτης ύλης, άλλη εκείνους που έφεραν έτοιμα μεταξωτά υφάσματα ή έτοιμα φορέματα, μια τρίτη αποτελούσαν οι νηματουργοί και υφαντουργοί, σε τέταρτη ανήκαν οι βαφείς και την πέμπτη σχετική συντεχνία αποτελούσαν εκείνοι που πουλούσαν τα μεταξωτά υφάσματα. Πάντως οι εργάτες κεραμεικής και βυρσοδεψίας αποτελούσαν τις μεγαλύτερες συντεχνίες στη χώρα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΒΑΛΤΕΡ ΖΕΡΑΡ,Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ,ΔΗΜ. Ν. ΠΑΠΑΔΗΜΑ,ΑΘΗΝΑ 1999
RICE TALBOT TAMARA,O ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΩΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ,ΔΗΜ. Ν. ΠΑΠΑΔΗΜΑ,ΑΘΗΝΑ 1980
ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΤΑΖΗ



                

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου